| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
rule [sth] out, rule out [sth] vtr phrasal sep | (eliminate, exclude) | αποκλείω ρ μ |
| | The police ruled out the obvious suspect because he had an alibi for the time of the murder. |
| | Police have ruled out robbery as a motive for the attack. |
| | Η αστυνομία απέκλεισε τον προφανή ύποπτο επειδή είχε άλλοθι για την ώρα του φόνου. // Η αστυνομία απέκλεισε τη ληστεία ως κίνητρο για την επίθεση. |
rule [sth] out, rule out [sth] vtr phrasal sep | (make impossible) | αποκλείεται ρ απρ |
| | It hadn't yet snowed, so skiing was ruled out. |
| | Δεν είχε χιονίσει ακόμα, γι' αυτό αποκλείστηκε η πιθανότητα να κάνουμε σκι. |
Ο όρος 'rule out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: